Και ύστερα, ξημέρωσε

Published on 18 September 2026 at 01:51

Σαν τελείωνε η νύχτα θα πέθαινε. Το προκαθορισμένο φθαρτό της ύπαρξης ήταν μπροστά του σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Το ήξερε. Όλοι έκαναν πως δεν γνώριζαν. Κι όσοι γνώριζαν, φοβούνταν. Θεωρούσαν πως θα έχουν προνομιακή μεταχείριση, αν στο σκότος έμεναν ήσυχοι, αν κοιμούνταν.

 

Να κοιμηθείς περιμένοντας μια μάλλον γνωστή μοίρα που θα εμφανιστεί αγκαζέ με το φως, ή σε βραδιά αϋπνίας με στυλό διαρκείας να γράψεις λόγια για κείνη που ποτέ δεν θα πεις? 

 

Ακόμα και στο κορώνα-γράμματα, άλλος αποφασίζει. Δεν ήθελε δειλή επιλογή. Απ' την άλλη, να δείξεις θάρρος στο σκοτάδι? Ποιος θα σε δει? Όταν δεν έχεις θεατές, είναι ευκολότερη η δειλία. Η αποφυγή. Κάτω απ' το χαλί. Η γνώση της πρώτης πρότασης δεν άφησε περιθώρια.

 

Άρχισε να γράφει. Οι λέξεις, από ατάκτως ερριμμένες, άρχισαν να παίρνουν σχήμα και μορφή. Όμορφα τακτοποιημένες, τρυφερές. Χαμογελούσε. Το φωτάκι της ψυχής του έλαμπε πιο πολύ από ποτέ. Όπως αυτό που αφήνουμε αναμμένο για να μην φοβόμαστε πριν κοιμηθούμε. Τι φοβόμαστε?

 

Ξάφνου, τα λόγια ξέφυγαν απ' το χαρτί. Σαν το παιδί που φεύγει απ' το χέρι σου, έχοντας ήδη σχεδιάσει την σκανδαλιά. Προσπάθησε να τα κυνηγήσει, αλλά αυτά πήγαιναν όλο και πιο ψηλά. Κοντοστάθηκαν όταν βρήκαν ουρανό. Η πειθαρχία με την οποία μπήκαν στη σειρά, ήταν αξιοθαύμαστη. Πλέον, όποιος κοιτούσε ψηλά μπορούσε να τα δει να κάνουν παρέα στη σελήνη.

 

Τρόμαξε. Πάγωσε.

 

Άκουσε έναν ήχο. Βήματα. Αχνά, αλλά κατάλαβε ότι πλησιάζουν. Το φως των λόγων από ψηλά, αποκάλυψαν μπροστά του μια σκιά. Έμεινε να την κοιτάζει. Ήταν πολύ τρομακτική, ήθελε να τρέξει μακριά της. Το 'χει ξανακάνει, αλλά αυτή την φορά είχε τη γνώση. Αυτή τον κρατούσε εκεί. Τα δευτερόλεπτα παιρνούσαν. Αισθάνθηκε ένα χέρι στο πρόσωπό του, το χτύπησε με δύναμη. Κι αυτό το 'χει ξανακάνει. Με ποιο δικαίωμα? Κι αν τον χτυπούσε πρώτο? Η ουλή είναι ακόμα εκεί. Πάντα θα είναι.

 

Πέρασε λίγη ώρα, ώσπου το χέρι επανήλθε. Δεν το περίμενε. Το άφησε. Η πρώτη επαφή δεν έμοιαζε επικίνδυνη. Μάλλον αναγνωριστική. Έψαχνε με ενδιαφέρον κάθε εκατοστό του προσώπου του. Σαν έφτανε στην ουλή, εκείνος τίναζε το πρόσωπο. Ήξερε πως θα πονούσε, όσο τρυφερό κι αν ήταν το άγγιγμα. Ποια ήταν η τελευταία φορά που άφησες κάποιον να την ακουμπήσει? 

 

Για να του αποσπάσει την προσοχή από εκεί, άπλωσε κι εκείνος το χέρι. Το τρυφερό δέρμα τερμάτιζε σ' ένα τραχύ σκάμμα. Η σκιά, ωστόσο, δεν τινάχτηκε. Για ανταπόδοση, την άφησε να αγγίξει το σημάδι. Την εμπιστεύθηκε.

 

Τότε, οι λέξεις στον ουρανό, γιγαντώθηκαν κι άρχισαν σιγά σιγά να διαλύονται και να πέφτουν σαν βροχή στα πρόσωπά τους. Οι ουλές άρχισαν να μικραίνουν τόσο, ώστε να μην αναγνωρίζονται απ' την αφή.

 

Το σεληνιακό φως χάιδεψε το πρόσωπο της σκιάς, περνώντας μέσα από το ουράνιο τόξο που είχε αφήσει προίκα η βροχή που προηγήθηκε. Δυο έκπληκτα βλέμματα διασταυρώθηκαν. Δύο φωτεινά χαμόγελα συναντήθηκαν.

 

Κι ύστερα, ξημέρωσε.

Add comment

Comments

There are no comments yet.