Γύρισα σπίτι, γεμάτος ερωτηματικά και με τη σιγουριά ότι δεν θα καταλάβω ποτέ τους ανθρώπους. Το μυαλό είναι ένα εξαιρετικά πολύπλοκο εργαλείο. Μπορεί να σου παίξει τέτοιο παιχνίδι, που να μην μπορείς να βρεις μια γωνιά λογικής να κουρνιάσεις, να στεγνώσεις από τα μανιασμένα κύματα παραλογισμού, που παραδόθηκαν αμαχητί στις καιρικές συνθήκες της καθημερινότητας (και στους άλλους, δηλαδή στην κόλαση, μην ξεχνιόμαστε κύριε Σάρτρ μου). Κι εσύ σε μια μόνιμη λούπα. Μια επαναληπτικότητα καταστάσεων, μοτίβων και συμπεριφορών που σε φέρνουν μόνιμα στην αφετηρία. Μια real time Μονόπολη που σηκώνεις συνεχώς την ίδια "απόφαση".
Ακούγεται πιάνο. Δεν ήξερα ότι υπήρχε πιανίστας στη γειτονιά. Να είναι ηχογραφημένο κοντσέρτο? Μα όχι. Ακούω τα πλήκτρα. Νιώθω την ορμή του καλλιτέχνη. Κάθε τόσο σταματά και ξεκινά και πάλι. Με ηρεμεί, με χαλαρώνει. Δεν αποτελεί απάντηση σε κάποιο ερώτημα, ούτε σβήνει τους προβληματισμούς από τον μαυροπίνακα του μυαλού. Απαλύνει, όμως, την πραγματικότητα. Ακούγεται από μακριά, αλλά όχι τόσο, ώστε το άγγιγμά του να μην αφήνει αποτύπωμα στη στιγμή, που σε λίγο θα γίνει ανάμνηση. Προσδίδει ρυθμό στην σκέψη. Κάποτε είχα σκεφτεί πως είσαι περισσότερο ευτυχισμένος όταν δεν σκέφτεσαι και πολύ. Αφήνομαι στη συνεχή αλληλουχία νοτών για να το διαπιστώσω.
Αποβίβαση από την έκτακτη μουσική αμαξοστοιχία. Με μετέφερε σε ένα μέρος γεμάτο τείχη. Ο έναστρος ουρανός μου δίνει τη δυνατότητα νοερής διαφυγής, όμως η "πρακτική" αντιμετώπιση κρίνεται απαραίτητη. Μπορούν οι άνθρωποι τους οποίους νοιάζεσαι να είναι οι αποκλειστικοί εργολάβοι, υπεύθυνοι για αυτά τα τείχη?
Έχετε υπάρξει ποτέ μέλος μιας παρέας? Αγαπησιαρική στιγμή. Η εμπιστοσύνη, βέβαια, δεν είναι διάχυτη, όσο τα γέλια και οι, περί ανέμων και υδάτων, συζητήσεις, ωστόσο, πάντα έχεις την πεποίθηση ότι θα βρει έδαφος πρόσφορο (ναι σιγοτραγουδώ λίγη Χαρούλα). Ωστόσο τα τείχη μοιάζουν φτιαγμένα από εξαιρετικά υλικά.
Δεν σκεφτόμουν ποτέ στρατηγικά. Θεωρούσα, πάντα, πως η φωνή και η μόνιμη παρουσία μου, θα κάνουν το άτομο πίσω από τα στοιβαγμένα τούβλα, να αφαιρεί ένα κάποιο μέρος αυτής της ασπίδας, προϊόντος του χρόνου. Δεν μοιάζει σωστή πράξη, κρίνοντας εκ του, μέχρι στιγμής, αποτελέσματος.
Έχετε νιώσει ποτέ ως ο "παρεμπιπτόντως παρών", ή το "αναγκαίο κακό" από ένα μέλος της παρέας? Ότι δεν κερδίζετε την εκτίμησή του, όσο χρόνο κι αν τζογάρετε για αυτήν? Ότι το τείχος γίνεται υψηλότερο, και το υλικό του πυκνότερο, μέρα με την ημέρα, έτσι ώστε η φωνή να (αν) φτάνει στην άλλη μεριά, τουλάχιστον, εξασθενημένη? Θα μου πείτε, "σκορδοκαΐλα μας". "Πάμε παρακάτω". "Να φεύγουν οι πρωινοί", όπως μου είπε με περίσσια δόση υπεροχότητας ένα πολύ αγαπημένο μου πρόσωπο. Τα πολυπρόσωπα και συναισθηματικά "γιατί?" με αποτρέπουν από το να συμφωνήσω, αν και θέλω τόσο μα τόσο πολύ να το κάνω.
Με τον καιρό καταλαβαίνω ότι τα σοσιαλταμύδια (που λέει και μία, καθόλου τυχαία αναφερόμενη, σε αυτήν την κουβέντα, ψυχή), αποτελούν τους καλύτερους προμηθευτές οικοδομικών υλικών των τειχών. Όλοι βρίσκονται σε μια συσκευή. Αν θέλεις τους μιλάς, αλληλεπιδράς, αντιδράς με φατσούλες στα λεγόμενά τους. Αν δεν θέλεις, απαντάς στους πιο "ακίνδυνους" (διπλής ανάγνωσης από το πουθενά) και κρατάς σε απόσταση τους υπόλοιπους αφήνοντάς τους με την απορία. Η κοντινή επαφή έγινε passé. Όχι ότι ήμουν, ποτέ, κανένα τρομερό conversational material (apparently και τα ελληνικά μου φαίνονται passé, εδώ και 5 λεπτά), αλλά εκεί καταλαβαίνεις τον άλλον. Φοράς το βλέμμα του, ζυγίζεις την διάθεσή του, χάνεσαι στην αύρα του. Όλα στην ευκολία του κινητού. Το κεφάλι κάτω, σαν να δηλώνεις την υποταγή σου. Η ευθεία οδός οδηγεί στο αδιέξοδο της ανασφάλειας. Μέχρι να βαρεθείς και να το διαλύσεις, να ανοίξεις τη δική σου δίοδο στις ανοιχτές λεωφόρους ειλικρινούς επικοινωνίας. Αυτά τα γράφει ο συνειδητοποιημένα, σχεδόν εξαρτημένος από τον μικρό διάολο που υποχρεώνει σε άγραφες υπερωρίες τους αντίχειρες του, ειρήσθω εν παρόδω...
Έχω βαρεθεί. Ό,τι μου αρέσει αρχίζει και εκλείπει. Οι εφημερίδες, το ραδιόφωνο, η, εκ του σύνεγγυς, επαφή.
Δεν ψήνομαι να ξεχειλωσω την κοινωνική διάσταση του προβληματισμού μου. Από αλλού ξεκίνησα, σε διαφορετική στάση με άφησε το τρένο της μελωδίας και αλλού με πήγαν οι αγέριδες των συνειρμών μου. Μόνο ο χρόνος μένει σταθερός στην τροχιά του, όπως μου υπενθυμίζει το αχνό φως της ανατολής, που υπέπεσε στη αντίληψη μου. Κοιτώντας ψηλά, έχω την εντύπωση πως βλέπω την Αφροδίτη. Παλιότερα την ξεχώριζα ευκολότερα, την περίμενα, άλλωστε, να προβάλει. Είχα τρέλα με τους πλανήτες! Μου υπενθύμιζαν την ουσία της ματαιότητας, μα και την αναγκαιότητα της "τρέλας" και του "εδώ και τώρα" μέσα στο, επίσης, μάταιο κυνήγι του χρόνου. Ένα μοτίβο σκέψης που συρρικνώνει κάθε προβληματισμό.
Πώς διάολο ήρθε η λύση από τόσα έτη φωτός μακριά, ενώ από κοντά είναι όλα τόσο θολά? Ανίατη η πάθηση κάθε ανθρώπινου όντος: Νοητική πρεσβυωπία.
Add comment
Comments